Λευκωσία, Κύπρος. Η Τράπεζα Κύπρου αναμένεται να παρουσιάσει ένα ακόμη ισχυρό τρίμηνο, με τους αναλυτές να προβλέπουν ισχυρή κερδοφορία και πιθανές διανομές στους μετόχους, καθώς οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες επωφελούνται από την πιστωτική επέκταση, τα σταθερά έσοδα από τόκους και τα αυξανόμενα έσοδα από προμήθειες.
Η Alpha Finance-AXIA διατήρησε τη σύστασή της για «αγορά» της Τράπεζας Κύπρου, ορίζοντας τιμή-στόχο στα 11,60 ευρώ ανά μετοχή.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται προς τις προβλέψεις και τις διανομές
Σύμφωνα με έκθεση της Alpha Finance-AXIA που δημοσίευσε το Newmoney, η προσοχή των επενδυτών έχει μετατοπιστεί πέρα από τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου προς την πιθανότητα οι τράπεζες να αναθεωρήσουν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για ολόκληρο το έτος και να ανακοινώσουν ενδιάμεσες διανομές στους μετόχους.
Η χρηματιστηριακή εταιρεία επανέλαβε επίσης τις συστάσεις «αγορά» για την Eurobank, με τιμή-στόχο 5,30 €, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με τιμή-στόχο 17,50 €, και την Τράπεζα Πειραιώς, με τιμή-στόχο 10,60 €.
Για την Optima Bank, διατήρησε τη σύσταση «διακράτηση» και τιμή-στόχο 8,50 ευρώ.
Δεν εκδόθηκε καμία σύσταση ή τιμή-στόχος για την Alpha Bank, της οποίας η μετοχή παραμένει υπό περιορισμούς έρευνας. Η έκθεση χρησιμοποίησε τις προβλέψεις της συναίνεσης της αγοράς για την τράπεζα.
Προβλέψεις κερδών και εσόδων του κλάδου
Τα κανονικοποιημένα καθαρά κέρδη σε ολόκληρο τον κλάδο προβλέπεται να φθάσουν τα 1,43 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 4,7% σε ετήσια βάση και 5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο.
Η έκθεση προβλέπει κανονικοποιημένη απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 15,4%, υποδηλώνοντας ότι η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,5% στα 2,42 δισ. ευρώ, υποστηριζόμενα από την ενισχυμένη δανειοδοτική δραστηριότητα και τα διατραπεζικά επιτόκια που παραμένουν πάνω από τα επίπεδα που είχαν αρχικά υποθέσει οι διοικήσεις των τραπεζών.
Τα υψηλότερα επιτόκια αναμένεται να έχουν μεγαλύτερη επίδραση
Σύμφωνα με την έκθεση, η πλήρης επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων της αγοράς αναμένεται να γίνει πιο εμφανής κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, γεγονός που αντανακλά τον χρόνο που απαιτείται για την αναπροσαρμογή των τιμών στους ισολογισμούς των τραπεζών.
